‘’Το σπίτι στην πάνω στροφή του δρόμου’’
(Μικρό διήγημα)
– – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – –
Μια μέρα, πριν από λίγους μήνες, επ’ ευκαιρία μιάς μνημόσυνης τελετής, βρέθηκα στο μικρό κοιμητήριο του Ιερού Ναού της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος στα Κατσουλέΐκα Ξηροκαμπίου. Και ενώ προσπαθούσα να μετρήσω τις γνωστές και άγνωστες απουσίες από τα ονόματα και τις φωτογραφίες, που υπήρχαν πάνω στις μαρμάρινες πλάκες των μνημάτων, η ματιά μου έπεσε σε μία φωτογραφία γυναίκας, που υπήρχε σ’ ένα από αυτά.
Η γυναίκα της φωτογραφίας μού ήταν άγνωστη. Μόνο το χαραγμένο στο μάρμαρο ονοματεπώνυμό της παρέπεμπε σε γνωστή τοπική οικογένεια. Μου έκανε όμως εντύπωση αυτή η μορφή. Είχε κάτι ξεχωριστό, έτσι όπως το πρόσωπό της σε νεαρή ηλικία είχε αποτυπωθεί στο χαρτί της φωτογραφίας. Εξέπεμπε μια ζεστή αίσθηση γυναικείας λάμψης και ομορφιάς, που σαν μαγνήτης τραβούσε την περαστική ματιά πάνω της. Έχει και ο χρόνος τις καλές του στιγμές, σκέφτηκα, αρκεί μόνο να δούμε ή και να κατανοήσουμε πόσα και πόσα από τα όμορφα και τα σημαντικά του κόσμου, είναι κάποιες μικρές στιγμές μιάς αιωνιότητας.*¹
Έτσι και η γυναίκα της φωτογραφίας. Μπορεί να έφυγε από τη ζωή, όταν πλέον συμπληρώθηκαν τα περασμένα χρόνια της ανθρώπινης αντοχής της, αλλά ο χρόνος τής φέρθηκε γενναιόδωρα. Είχε, φαίνεται, την εύνοιά του. Δεν την εγκατέλειψε στη λήθη, όπως σε κάποιες άλλες ανάλογες περιπτώσεις, ίσως να φάνηκε απρόσεκτος ή ακόμη και άδικος. Την άφησε σα μια ξεχωριστή γυναικεία παρουσία, να εκπέμπει αυτό που μοιάζει με φως, όπως συμβαίνει γύρω από τα πρόσωπα εκείνων, που τους έλαχε να αξιωθούν κάτι παραπάνω από τους άλλους.
Και την έβαλε μέσα σε μια παληά φωτογραφία νέα και ωραία, σαν να’ τανε από τότε που μέσα σε ξύλινο κάδρο στόλιζε κάποιο δωμάτιο του σπιτιού της στην Αμερική. Δίπλα σε άλλες φωτογραφίες αγαπημένων προσώπων. Όλοι μαζί, παρόντες και απόντες, στον ίδιο οικείο χώρο του ίδιου ακίνητου χρόνου. Όπως κάποτε που όλοι μαζί χωρούσαν στο πατρικό τους σπίτι και όπου νοερά κάθε βράδυ γύριζαν και τριγύριζαν μέσα – έξω, λες και ποτέ δεν είχαν φύγει απ’ αυτό. Και οι φευγάτοι όλο πήγαιναν και όλο γύριζαν, μηδενίζοντας τις αποστάσεις μέσα από μια αέναη εξακτίνωση της αναπόλησης και της βαθειάς πίστης στο όνειρο της γλυκειάς επανόδου.
Το ‘’νόστιμον ήμαρ’’ πάντα είναι κοντά για τον ονειροπόλο ταξιδευτή. Αυτό το γνώριζε πολύ καλά η Αμαλία, η κόρη του Χρήστου Λιντζέρη από τα Κατσουλέΐκα. Πάντως η σκέψη είναι πιο γρήγορη για όλα τα ταξίδια. Και σε κάθε περίπτωση είναι μια λύση ανάγκης. Φτάνει και γυρίζει στον προορισμό σε ελάχιστο χρόνο. Όμως το διαρκές πήγαινε – έλα του μυαλού την είχε αποκάμει. Ο νους κρατούσε γερά, αλλά ο χρόνος έφευγε. Άλλο πράγμα είναι να ταξιδεύεις νοερά, σε κάτι που θυμάσαι. Και άλλο είναι το ταξίδι της επιστροφής, που σε φτάνει εκεί όπου γεννήθηκες.
Το ισόγειο μικρό σπίτι στην πάνω στροφή του δρόμου για τον Αρκασά είχε παληώσει. Φαινόταν εγκαταλελειμμένο. Τα κεραμίδια της σκεπής είχαν χορταριάσει. Οι τοίχοι είχαν ξεφτίσει και ήταν πράσινοι από την υγρασία. Και η ομίχλη έμπαινε παντού από τα ξεμανταλωμένα πορτοπαράθυρα.
Λίγοι γνώριζαν, πως ήταν Κουντουρέΐκο από την μητρική ρίζα και πως τούτο είχε δοθεί από την οικογένεια στην Αμαλία, που με τον αδελφό και την μία από τις τρεις αδελφές της είχε φύγει για την Αμερική στα χρόνια της μεγάλης φυγής. Τότε που τα νέα παιδιά του τόπου μας στοιβάζοντας τα νειάτα και τις χάρες τους σε φτωχές ταξιδιωτικές αποσκευές, έφευγαν σε άγνωστους τόπους σαν τους αρχαίους ταξιδευτές των μακρυνών λιμανιών για αναζήτηση μιάς νέας τύχης.
Το σπίτι μπορεί να ήταν μικρό, αλλά σίγουρα μπορούσε να χωρέσει την Αμαλία με τις προηγούμενες και τις επόμενες μέρες της. Το είχε αποφασίσει. Ναι, ο νους κρατούσε ακόμη, ο χρόνος όμως εβάραινε. Εδώ θα ζούσε, για όσο ακόμη θα μπορούσε να σηκώνει το βάρος του. Μαζί με όσα της είχαν λείψει στην ξενιτειά και με όσα είχε ξεχάσει πως υπήρξαν. Και όσο πιο κοντά ερχόταν η ‘’νόστιμη’’ ημέρα, άλλο τόσο το μικρό σπίτι τής πάνω στροφής του Αρκασά ετοιμαζόταν.
Άλλαζε και στολιζόταν για την υποδοχή. Νέα σκεπή με κόκκινα κεραμίδια. Σοφατισμένο και φρεσκοασπρισμένο. Παράθυρα έτοιμα να ανοίξουν. Διδηροπερίφραξη ατόφια και ζυγισμένη. Αυλόγυρος ανοικτός και λουλουδιασμένος. Και μέσα οι τοίχοι φωτεινοί στα γυναικεία χρώματα τα απαλά, που ξεκουράζουν τα αποσταμένα μάτια και γαληνεύουν τον ανήσυχο νου. Και στη καθιστική γωνιά δίπλα στην πόρτα της εισόδου τα εικονίσματα της προσευχής του όρθρου και του εσπερινού, κάτω από το ακοίμητο καντήλι των φυλαγμένων από την πατρομητρική οσιότητα παρακλήσεων και ευχαριστιών. Και αντικρυστά η θέση για τα κάδρα με τις φωτογραφίες. Των γονέων, των αδελφών και ένα με την ίδια μέσα, φυλακτό από το χρόνο, ο οποίος προνόησε για μια τέτοια μεγάλη ώρα, όμοια με μια μικρή στιγμή αιωνιότητας.
Και το σπίτι όλο και περίμενε να φτάσει ο χρόνος και να ανοίξει η εξώπορτα. Αφουγκραζόταν για κάποιο άκουσμα καλωσορίσματος. Κοιτούσε τριγύρω για κάποιο σημάδι. Ρωτούσε ακόμη και κάποια από τα πουλιά, εκείνα που από παληά έφερναν τις καλές ειδήσεις. Τίποτα. Κανένα ταξίδι δεν φάνηκε. Καμμιά είδηση ερχομού δεν ακούστηκε. Μόνο ο ταχυδρόμος άνεμος θα μπορούσε, κάτι να πει στο διάβα του. Αλλά και αυτός δεν τόλμησε. Από παντού σιωπή. Η είδηση του θανάτου είναι σκληρή. Ορφανεύει ακόμη και τα σπίτια. Και όποιος δεν ξέρει… από ορφάνεια. Καλό είναι τέτοια είδηση να μη φτάσει ποτέ στο σπίτι της πάνω στροφής. Ας μένει έτσι κλειστό να περιμένει. Ετοιμο να ανοίξει για να υποδεχθεί κάποιον άλλον μακρυνό ή και κοντινό ερχομό, που αυτή τη φορά να έχει καλό κατευόδιο.
Το ταξίδι της Αμαλίας έμεινε εκεί, απ’ όπου έμελλε να κινήσει. Έμεινε δίχως καν να αρχίσει. Το πρόλαβε ο απρόβλεπτος θάνατος. Που μπήκε μπροστά και προσπέρασε το όνειρο της επιστροφής. Έμεινε όμως σαν ένα σημάδι πάνω σε παληό χάρτη ακριβών προορισμών, που οι ταξιδιωτικές συντεταγμένες του έδειχναν το δρόμο της επιστροφής στο μικρό σπίτι της πάνω στροφής του Αρκασά, όπου και θα τελείωνε και το ταξίδι και το όνειρο. Και ο παληός αυτός χάρτης υπάρχει. Φυλλάσσεται καλά στις ψυχές των επιστροφών των όπου γης ταξιδευτών. Είναι σίγουρο πως οι ευχές αυτών που περιμένουν, προεξοφλούν το αντάμωμα με το όνειρο, όμοια σαν ευλογημένη ημέρα αιωνιότητας.
Το όνειρο με τα χίλια πρόσωπα. Αυτή η εσώτερη ανθρώπινη λειτουργία του διαρκούς πόθου. Της ελπίδας. Και της επιθυμίας. Που άλλοτε έρχεται και μένει. Και άλλοτε γίνεται άφαντο και χάνεται. Που ομορφαίνει τη ζωή και κρατά ψηλά το νου. Και ας μη γνωρίζουμε που πάει μετά, αν συμβεί και κάπου χαθεί στο δρόμο του. Αλλά και τότε, κάπου πρέπει να πλανιέται σαν μία αμυδρή σκιά ανθρώπινης επιβεβαίωσης. Και ίσως κάποτε και ως διακριτική εναλλαγή συνειρμών, προς μια νοητή κατεύθυνση μεταλλαγής και μετάστασης.
Η Αμαλία δεν έφτασε ποτέ στο σπίτι της πάνω στροφής. Το όνειρό της όμως κράτησε. Δεν έσβησε στο άγνωστο. Έγινε το ίδιο ταξίδι ερχομού και περνώντας πάνω από πλατειές θάλασσες, ψηλά βουνά κι απέραντες πεδιάδες έφτασε ως εδώ. Ήταν αυτό που επιβαλλόταν να κάνει γι’ αυτήν, ώστε να την διαφυλάξει από την ανυπαρξία. Από ολόκληρο το θάνατό της. Και έγινε έτσι, σαν κάτι που φαντάζει αλλόκοτο και ξένο με τα ανθρώπινα. Σαν αόρατη λάμψη έκ-στασης μιας διαρκούς απουσίας για την οποία ο χρόνος ευτυχώς είχε προνοήσει, και από πριν την είχε βάλει μέσα στην παληά φωτογραφία της. Τότε που ήταν νέα στα χρόνια και ωραία στο φακό των αισθήσεων και παραισθήσεων.
Και φαίνεται σα μακρινή αλήθεια, πως η φωτογραφία έστω και στο κενοτάφιο του κοιμητηρίου στα Κατσουλέΐκα, ίσως να είναι κάτι παραπάνω από μια απλή φωτογραφία. Ίσως να είναι μαζί και μια μεταλλαγμένη εικόνα του ονείρου τής Αμαλίας, που δεν είχε την τύχη να ταξιδέψει αυτούσιο μαζί της στον επιθυμητό προορισμό τους. Έστω και έτσι. Έγινε και αυτό μια αόρατη αλλά διακριτή φωτογραφία μέσα στην άλλη φωτογραφία. Και θα υπάρχει εκεί στο μνήμα, όσο ο επισκέπτης του κοιμητηρίου στα Κατσουλέΐκα θα μπορεί, κοιτώντας από κοντινή διαίσθηση τη φωτογραφία της Αμαλίας, να βλέπει μέσα σ’ αυτήν τόσο την ίδια όσο και το όνειρό της.
Το σπίτι στη πάνω στροφή του δρόμου. Η Αμαλία. Η ξενιτειά. Το όνειρο. Το ταξίδι. Η φωτογραφία. Ο θάνατος. Κάθε λέξη και όλες μαζί μια μικρογραφία αφήγησης και νοητής υπέρβασης πάνω στα χνάρια της ανθρώπινης περιπέτειας. Και μια μικρή ιστορία λύτρωσης για την μούσα του κοιμητηρίου στα Κατσουλέΐκα. Για τη μούσα της γραφής. Και ίσως και για τον επισκέπτη του κοιμητηρίου. Και ακόμη μια σπονδή μνήμης για την ίδια και το <<ακέριο όνειρό της >>.

Ξηροκάμπι, 15 Δεκεμβρίου 2015
Παναγιώτης Η. Κομνηνός

_______________________________________________________
*¹ ‘’Μια μικρή στιγμή, μία αιωνιότητα’’: παράφραση του τίτλου κινηματογραφικής ταινίας του 1998 ‘’Μία αιωνιότητα και μία ημέρα’’ του διεθνούς φήμης αείμνηστου Έλληνα σκηνοθέτη Θεοδώρου Αγγελόπουλου.
*² ‘’Αρκασάς’’: μικρός ιστορικός οικισμός της Τοπικής Κοινότητας Ξηροκαμπίου του Δήμου Σπάρτης